ωτίς

ωτίς
(-ίδος) η
1) архит. консоль, кронштейн; 2) тех фланец; зажим; проушина

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ωτίς" в других словарях:

  • ὠτίς — bustard fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ωτίς — ίδος, η, / ὠτίς, ΝΜΑ βλ. ωτίδα …   Dictionary of Greek

  • ὠτίδα — ὠτίς bustard fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠτίδας — ὠτίς bustard fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠτίδες — ὠτίς bustard fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠτίδι — ὠτίς bustard fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠτίδος — ὠτίς bustard fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠτίδων — ὠτίς bustard fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὠτίσιν — ὠτίς bustard fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λασιώτις — λασιῶτις, ιδος, ἡ (Α) (για περιοχή) κατάφυτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < λάσιος «δασύτριχος» + κατάλ. ῶτις (πρβλ. δενδρ ώτις, ηπειρ ώτις)] …   Dictionary of Greek

  • φλοιώτις — ώτιδος, ἡ, Α αυτή που αποτελείται ή καλύπτεται από φλοιό. [ΕΤΥΜΟΛ. < φλοιός + κατάλ. ῶτις, θηλ. τής κατάλ. ώτης (πρβλ. πατρι ῶτις, στρατι ῶτις)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»